ομοκλής


ομοκλής
ὁμοκλής, ὁ (ΑΜ)
αυτός που έχει το ίδιο όνομα με έναν άλλο, ομώνυμος, ομόκλητος* («Θεόδωρος σὺν τοῑς ὁμοκλεέσιν», Θεόδ. Στουδ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ομ(ο)-* + καλῶ (πρβλ. ομό-κλητος, ομο-κλητήρ)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ὁμοκλῆς — ὁμοκλάω call pres ind act 2nd sg (doric) ὁμοκλάω call pres ind act 2nd sg (epic doric ionic) ὁμοκλέω pres ind act 2nd sg (doric) ὁμοκλή threat fem gen sg (attic epic ionic) ὁμοκλής masc/fem acc pl (attic epic doric) ὁμοκλής masc/fem nom/voc pl… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀμοκλῆς — ὁμοκλή threat fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὁμοκλέα — ὁμοκλής neut nom/voc/acc pl (epic ionic) ὁμοκλής masc/fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὁμοκλέων — ὁμοκλάω call pres part act masc nom sg (epic doric ionic aeolic) ὁμοκλέω pres part act masc nom sg (epic doric ionic aeolic) ὁμοκλή threat fem gen pl (epic ionic) ὁμοκλής masc/fem/neut gen pl (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.